γόνος

γόνος, , and (in signf.1), , E.IA793: late [dialect] Ion. [full] γοῦνος Aret.CD2.5: —
A that which is begotten, child, Il.5.635, 6.191; offspring, 20.409, Hes. Th.919, etc.;

ἄπαις ἔρσενος γόνου Hdt.1.109

;

πρεσβύτατος παντὸς τοῦ γ. Id.7.2

;

αὐτὸν καὶ γόνον Schwyzer 415

([place name] Elis); ὁ Πηλέως γ. his son, S.Ph.333, cf. 366,416, etc.; of animals,

γ. ὀρταλίχων Id.Fr.793

; of fish, roe, Hegem.1, Archestr.Fr.9; of bees, Arist.HA554a18.
2 product, of plants,

γ. ἀμπέλου Anacreont.54.7

; γ. πλουτόχθων, of the silver mines at Laureion, A.Eu.946 (lyr.);

τοῦ φόρου τὸν γ. Ar.V.1116

codd.
3 ἐς ἔρσενα γόνον to any of the male sex, Hdt.6.135.
II race, stock, descent,

οὔ πώ τις ἑὸν γ. αὐτὸς ἀνέγνω Od.1.216

, cf. 11.234.
III begetting, procreation, A.Supp.172 (lyr.); γόνῳ πατήρ, opp. ποιητός, Lys.13.91;

γόνῳ γεγονώς D.44.49

;

γ. υἱός Men.Sam. 131

, D.C.40.51, cf.IG3.1445,al.
2 of plants, bearing, Thphr.CP3.15.3.
IV seed, Hp.Genit.7, Arist.GA748a22, LXX Le.15.3;

σπέρμα καὶ γ. Ti.Locr.100b

, cf. Gal.19.450.
2 genitals, Hp.Liqu. 2.
V γ. Ἑρμοῦ, = βούφθαλμος, Ps.-Dsc.3.139.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γόνος — that which is begotten masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γόνος — Το προϊόν της γέννησης ή γονιμοποίησης, το τέκνο, ο απόγονος. Στα έντομα, γ. λέγονται τα αβγά τους, στα φυτά η γύρη των λουλουδιών και τα σπέρματα, στις μέλισσες όλες οι φάσεις της μεταμόρφωσης από το αβγό έως τη νύμφη, στα ψάρια το έκκριμα των… …   Dictionary of Greek

  • γόνος — ο 1. το παιδί, το τέκνο, ο απόγονος: Είναι γόνος αριστοκρατικής οικογένειας. 2. τα αβγά των ψαριών και τα νεαρά ψαράκια. 3. η γύρη των λουλουδιών. 4. το σπέρμα, ο σπόρος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γονός — Το προϊόν της γέννησης ή γονιμοποίησης, το τέκνο, ο απόγονος. Στα έντομα, γ. λέγονται τα αβγά τους, στα φυτά η γύρη των λουλουδιών και τα σπέρματα, στις μέλισσες όλες οι φάσεις της μεταμόρφωσης από το αβγό έως τη νύμφη, στα ψάρια το έκκριμα των… …   Dictionary of Greek

  • γόνος — [гонос] ουσ. а. потомок, отпрыск …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • γόνω — γόνος that which is begotten masc/fem nom/voc/acc dual γόνος that which is begotten masc/fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γόνε — γόνος that which is begotten masc/fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γόνοι — γόνος that which is begotten masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γόνοιο — γόνος that which is begotten masc/fem gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γόνοις — γόνος that which is begotten masc/fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γόνον — γόνος that which is begotten masc/fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.